Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bereich
01
τομέας, περιοχή
Ein bestimmter Teil oder Abschnitt von etwas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bereich(e)s
πληθυντικός τύπος
Bereiche
Παραδείγματα
Dieser Bereich ist für Fußgänger gesperrt.
Αυτή η περιοχή είναι κλειστή για πεζούς.
02
πεδίο, τομέας
Ein Fachgebiet oder Zuständigkeitsgebiet
Παραδείγματα
Sie arbeitet im Bereich Medizin.
Δουλεύει στον τομέα της ιατρικής.



























