der bereich
be
μπα
reich
ˈʁaɪ̯ç
ραιχ

Ορισμός και σημασία του "bereich"στα γερμανικά

01

τομέας, περιοχή

Ein bestimmter Teil oder Abschnitt von etwas 
der Bereich definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bereiche
γενική πτώση
Bereich(e)s
Παραδείγματα
Dieser Bereich ist für Fußgänger gesperrt. 

Αυτή η περιοχή είναι κλειστή για πεζούς.

02

πεδίο, τομέας

Ein Fachgebiet oder Zuständigkeitsgebiet 
der Bereich definition and meaning
Παραδείγματα
Sie arbeitet im Bereich Medizin. 

Δουλεύει στον τομέα της ιατρικής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store