Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beiwohnen
01
παραβρίσκομαι σε, συμμετέχω σε
An einem Ereignis oder einer Veranstaltung aktiv teilnehmen oder dabei anwesend sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
bei
βασικό ρήμα
wohnen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
wohne bei
γ΄ ενικό πρόσωπο
wohnt bei
ενεστώτα μετοχή
beibewohnend
απλός αόριστος
wohnte bei
παθητική μετοχή
beigewohnt
Παραδείγματα
Der Dichter wohnte der Erstaufführung seines Stückes bei.
Ο ποιητής παρευρέθηκε στην πρεμιέρα του έργου του.
Λεξικό Δέντρο
beiwohnen
bei
wohnen



























