Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beißen
01
δαγκώνω, δαγκώνω
Mit den Zähnen festhalten, verletzen oder schneiden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beiße
γ΄ ενικό πρόσωπο
beißt
ενεστώτα μετοχή
beißend
απλός αόριστος
biss
παθητική μετοχή
gebissen
Παραδείγματα
Der Hund biss den Einbrecher ins Bein.
Ο σκύλος δάγκωσε τον διαρρήκτη στο πόδι.



























