beißen
Pronunciation
/ˈbaɪ̯sən/

Ορισμός και σημασία του "beißen"στα γερμανικά

beißen
[past form: biss]
01

δαγκώνω, δαγκώνω

Mit den Zähnen festhalten, verletzen oder schneiden
beißen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beiße
γ΄ ενικό πρόσωπο
beißt
ενεστώτα μετοχή
beißend
απλός αόριστος
biss
παθητική μετοχή
gebissen
Παραδείγματα
Sie biss vor Wut auf ihre Lippe.
Εκείνη δάγκωσε το χείλι της από θυμό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store