Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beißen
[past form: biss]
01
δαγκώνω, δαγκώνω
Mit den Zähnen festhalten, verletzen oder schneiden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beiße
γ΄ ενικό πρόσωπο
beißt
ενεστώτα μετοχή
beißend
απλός αόριστος
biss
παθητική μετοχή
gebissen
Παραδείγματα
Sie biss vor Wut auf ihre Lippe.
Εκείνη δάγκωσε το χείλι της από θυμό.



























