Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bekanntgeben
01
ανακοινώνω
Etwas offiziell oder öffentlich mitteilen
Παραδείγματα
Die Firma muss die Änderungen bekanntgeben.
Η εταιρεία πρέπει να ανακοινώσει τις αλλαγές.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανακοινώνω