Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bekanntgeben
01
ανακοινώνω
Etwas offiziell oder öffentlich mitteilen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
bekannt
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe bekannt
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt bekannt
ενεστώτα μετοχή
bekanntgebend
απλός αόριστος
gab bekannt
παθητική μετοχή
bekanntgegeben
Παραδείγματα
Die Firma muss die Änderungen bekanntgeben.
Η εταιρεία πρέπει να ανακοινώσει τις αλλαγές.



























