bekanntgeben
bekanntgeben
bəkantge:bən
bēkantgebēn
bekannt geben

Ορισμός και σημασία του "bekanntgeben"στα γερμανικά

bekanntgeben
01

ανακοινώνω

Etwas offiziell oder öffentlich mitteilen 
bekanntgeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
bekannt
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe bekannt
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt bekannt
ενεστώτα μετοχή
bekanntgebend
απλός αόριστος
gab bekannt
παθητική μετοχή
bekanntgegeben
Παραδείγματα
Die Regierung wird die Ergebnisse morgen bekanntgeben. 

Η κυβέρνηση θα ανακοινώσει τα αποτελέσματα αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store