der beistelltisch
beistelltisch
b̥aɛ̯ʃtɛltɪʃ
baeshteltish
wickeltischkeltisch

Ορισμός και σημασία του "beistelltisch"στα γερμανικά

Der Beistelltisch
01

πλαϊνό τραπέζι, βοηθητικό τραπέζι

ein kleiner Tisch, der neben einem Sofa oder Stuhl steht, um Dinge wie Getränke oder Lampen abzulegen 
der Beistelltisch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Beistelltisches
πληθυντικός τύπος
Beistelltische
Παραδείγματα
Der Beistelltisch ist aus Holz. 

Το παρεκκλήσιο τραπέζι είναι από ξύλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store