Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beiläufig
01
τυχαίος, αδιάφορος
Nebenbei gemacht werden, ohne besondere Absicht oder Betonung
Παραδείγματα
Das Gespräch war eher beiläufig und nicht sehr tiefgründig.
Η συζήτηση ήταν μάλλον τυχαία και όχι πολύ βαθιά.


























