beiläufig
Pronunciation
/ˈbaɪ̯ˌlɔɪ̯fɪç/

Ορισμός και σημασία του "beiläufig"στα γερμανικά

beiläufig
01

τυχαίος, αδιάφορος

Nebenbei gemacht werden, ohne besondere Absicht oder Betonung
beiläufig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am beiläufigsten
συγκριτικός βαθμός
beiläufiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Das Gespräch war eher beiläufig und nicht sehr tiefgründig.
Η συζήτηση ήταν μάλλον τυχαία και όχι πολύ βαθιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store