Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Beistellbett
[gender: neuter]
01
επιπλέον κρεβάτι, βοηθητικό κρεβάτι
Ein schmales Zusatzbett, das direkt neben das Hauptbett gestellt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Beistellbettes
πληθυντικός τύπος
Beistellbetten
Παραδείγματα
Wir berechnen 20 € pro Nacht für ein Zusatzbett.
Χρεώνουμε 20 € ανά νύχτα για ένα επιπλέον κρεβάτι.



























