Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beherrschen
01
κατέχω, ελέγχω
Eine Fähigkeit, Sprache oder Technik vollständig und sicher beherrschen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
herrschen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
beherrsche
γ΄ ενικό πρόσωπο
beherrscht
ενεστώτα μετοχή
beherrschend
απλός αόριστος
beherrschte
παθητική μετοχή
beherrscht
Παραδείγματα
Sie beherrscht fünf Sprachen fließend.
Αυτή κατέχει πέντε γλώσσες άπταιστα.
02
κυβερνώ, κυριαρχώ
Politische Macht über ein Land oder Gebiet ausüben oder eine Situation kontrollieren
Παραδείγματα
Der König beherrschte das Land 40 Jahre lang.
Ο βασιλιάς κυβέρνησε τη χώρα για 40 χρόνια.



























