Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Behälter
[gender: masculine]
01
δοχείο, διάταξη
Ein Gefäß, in dem man Dinge aufbewahren oder transportieren kann
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Behälters
πληθυντικός τύπος
Behälter
Παραδείγματα
Der Behälter hat einen Deckel, damit nichts herausfällt.
Το δοχείο έχει καπάκι για να μην πέσει τίποτα.



























