Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Behauptung
[gender: feminine]
01
ισχυρισμός, δήλωση
Eine Aussage, die jemand als wahr darstellt, oft ohne Beweise
Παραδείγματα
Man sollte jede Behauptung prüfen.
Πρέπει να επαληθεύει κανείς κάθε ισχυρισμό.


























