der behälter
behälter
bəhɛltɐ
bēhelt

Ορισμός και σημασία του "behälter"στα γερμανικά

01

δοχείο, διάταξη

Ein Gefäß, in dem man Dinge aufbewahren oder transportieren kann 
der Behälter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Behälter
γενική πτώση
Behälters
Παραδείγματα
Der Behälter ist voll mit Wasser. 

Το δοχείο είναι γεμάτο νερό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store