befinden
be
be
fin
ˈfɪn
fin
den
dən
dēn
bekunden

Ορισμός και σημασία του "befinden"στα γερμανικά

befinden
01

βρίσκομαι, ευρίσκομαι

An einem Ort sein oder in einem bestimmten Zustand sein 
befinden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
befinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
befindet
ενεστώτα μετοχή
befindend
απλός αόριστος
befand
παθητική μετοχή
befunden
Παραδείγματα
Das Museum befindet sich im Stadtzentrum. 

Το μουσείο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store