Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
befinden
01
βρίσκομαι, ευρίσκομαι
An einem Ort sein oder in einem bestimmten Zustand sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
befinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
befindet
ενεστώτα μετοχή
befindend
απλός αόριστος
befand
παθητική μετοχή
befunden
Παραδείγματα
Das Museum befindet sich im Stadtzentrum.
Το μουσείο βρίσκεται στο κέντρο της πόλης.



























