befinden
Pronunciation
/bəˈfɪndən/

Ορισμός και σημασία του "befinden"στα γερμανικά

befinden
01

βρίσκομαι, ευρίσκομαι

An einem Ort sein oder in einem bestimmten Zustand sein
befinden definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
finden
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
befinde
γ΄ ενικό πρόσωπο
befindet
ενεστώτα μετοχή
befindend
απλός αόριστος
befand
παθητική μετοχή
befunden
Παραδείγματα
Die Lösung befindet sich auf Seite 45.
Η λύση βρίσκεται στη σελίδα 45.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store