befreundet
Pronunciation
/bəˈfʀɔɪ̯ndət/

Ορισμός και σημασία του "befreundet"στα γερμανικά

befreundet
01

φιλικός, σε φιλία

Mit jemandem in einer Freundschaft verbunden
befreundet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Unser Hund ist mit allen Nachbarshunden befreundet.
Ο σκύλος μας είναι φίλος με όλα τα σκυλιά της γειτονιάς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store