befreundet
befreundet
bəfʁɔʏ̯ndət
bēfrawundēt

Ορισμός και σημασία του "befreundet"στα γερμανικά

befreundet
01

φιλικός, σε φιλία

Mit jemandem in einer Freundschaft verbunden 
befreundet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Beziehungen, Gesellschaft
Παραδείγματα
Ich bin seit der Schule mit ihr befreundet. 

Είμαι φίλος μαζί της από το σχολείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store