Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
befriedigend
01
ικανοποιητικός, αποδεκτός
Eigenschaften zu haben, die Zufriedenheit erzeugen oder Erwartungen erfüllen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am befriedigendsten
συγκριτικός βαθμός
befriedigender
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Die Prüfung war befriedigend bestanden.
Η εξέταση πέρασε ικανοποιητικά.



























