Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Ausschreibung
[gender: feminine]
01
πρόσκληση υποβολής προσφορών, διαγωνισμός
Ein formelles Verfahren zur Vergabe von Aufträgen, bei dem Unternehmen Angebote für ein Projekt oder eine Dienstleistung abgeben können
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Ausschreibung
πληθυντικός τύπος
Ausschreibungen
Παραδείγματα
Wir haben die Ausschreibung gewonnen.
Κερδίσαμε τον διαγωνισμό.



























