Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ausschließlich
01
αποκλειστικά
Begrenzt auf eine bestimmte Sache oder Person
Παραδείγματα
Er interessiert sich ausschließlich für Technik.
Ενδιαφέρεται αποκλειστικά για την τεχνολογία.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αποκλειστικά