Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aufgeben
01
στέλνω, αποστέλλω
Etwas an einem Schalter, bei der Post oder Bahn abgeben
Παραδείγματα
Wir müssen das Paket heute noch aufgeben.
Πρέπει να παραδώσουμε το δέμα σήμερα.
02
παραιτούμαι, εγκαταλείπω
Etwas nicht mehr versuchen
Παραδείγματα
Man sollte seine Träume nie aufgeben.
Κανείς δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπει τα όνειρά του.


























