aufgeben
Pronunciation
/ˈaʊ̯fˌɡeːbən/

Ορισμός και σημασία του "aufgeben"στα γερμανικά

aufgeben
01

στέλνω, αποστέλλω

Etwas an einem Schalter, bei der Post oder Bahn abgeben
aufgeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt auf
ενεστώτα μετοχή
aufgebend
απλός αόριστος
gab auf
παθητική μετοχή
aufgegeben
Παραδείγματα
Wir müssen das Paket heute noch aufgeben.
Πρέπει να παραδώσουμε το δέμα σήμερα.
02

παραιτούμαι, εγκαταλείπω

Etwas nicht mehr versuchen
aufgeben definition and meaning
Παραδείγματα
Man sollte seine Träume nie aufgeben.
Κανείς δεν πρέπει ποτέ να εγκαταλείπει τα όνειρά του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store