aufgeben
aufgeben
aʊ̯fge:bɐn
awfgebn
aushebenaufgehenaufhebenausleben

Ορισμός και σημασία του "aufgeben"στα γερμανικά

aufgeben
01

στέλνω, αποστέλλω

Etwas an einem Schalter, bei der Post oder Bahn abgeben 
aufgeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt auf
ενεστώτα μετοχή
aufgebend
απλός αόριστος
gab auf
παθητική μετοχή
aufgegeben
Παραδείγματα
Ich gebe das Paket bei der Post auf. 

Παραδίδω το δέμα στο ταχυδρομείο.

02

παραιτούμαι, εγκαταλείπω

Etwas nicht mehr versuchen 
aufgeben definition and meaning
Παραδείγματα
Er gibt niemals auf, auch wenn es schwer ist. 

Δεν τα παρατάει ποτέ, ακόμα και όταν είναι δύσκολο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store