Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Auffälligkeit
01
επιδεικτικότητα, ιδιαιτερότητα
Eine Eigenschaft oder ein Merkmal, das sich deutlich von der Norm abhebt und daher Aufmerksamkeit erregt
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Auffälligkeiten
γενική πτώση
Auffälligkeit
Παραδείγματα
Die Auffälligkeit seines Outfits sorgte für Aufsehen.
Η εντυπωσιακότητα της ενδυμασίας του προκάλεσε αναστάτωση.
LanGeek



























