die auffälligkeit
auffälligkeit
aʊ̯felɪkaɪ̯t
awfelikait

Ορισμός και σημασία του "auffälligkeit"στα γερμανικά

Die Auffälligkeit
01

επιδεικτικότητα, ιδιαιτερότητα

Eine Eigenschaft oder ein Merkmal, das sich deutlich von der Norm abhebt und daher Aufmerksamkeit erregt 
die Auffälligkeit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Auffälligkeiten
γενική πτώση
Auffälligkeit
Παραδείγματα
Die Auffälligkeit seines Outfits sorgte für Aufsehen. 

Η εντυπωσιακότητα της ενδυμασίας του προκάλεσε αναστάτωση.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store