aufführen
Pronunciation
/ˈaʊ̯fˌfyːʀən/

Ορισμός και σημασία του "aufführen"στα γερμανικά

aufführen
01

παίζω, εκτελώ

Ein Theaterstück, Musikstück oder eine Show öffentlich präsentieren
aufführen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
führen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
führe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
führt auf
ενεστώτα μετοχή
aufführend
απλός αόριστος
führte auf
παθητική μετοχή
aufgeführt
Παραδείγματα
Die Schauspieler führen ein neues Stück im Theater auf.
Οι ηθοποιοί παρουσιάζουν ένα νέο έργο στο θέατρο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store