die aufführung
auf
ˈaʊf
awf
füh
fy:
fy
rung
rʊng
roong
auffüllungausführung

Ορισμός και σημασία του "aufführung"στα γερμανικά

Die Aufführung
01

παράσταση, αναπαράσταση

Die öffentliche Darstellung eines Theaterstücks, Konzerts oder einer Show vor Publikum 
die Aufführung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Aufführungen
γενική πτώση
Aufführung
Παραδείγματα
Die Aufführung beginnt um acht Uhr. 

Η παράσταση ξεκινά στις οκτώ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store