Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Aufführung
01
παράσταση, αναπαράσταση
Die öffentliche Darstellung eines Theaterstücks, Konzerts oder einer Show vor Publikum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Aufführungen
γενική πτώση
Aufführung
Παραδείγματα
Die Aufführung beginnt um acht Uhr.
Η παράσταση ξεκινά στις οκτώ.
LanGeek



























