aufführen
auf
aʊf
awf
füh
fy:
fy
ren
rən
rēn
auffahrenauffüllenaufbahrenausführen

Ορισμός και σημασία του "aufführen"στα γερμανικά

aufführen
01

παίζω, εκτελώ

Ein Theaterstück, Musikstück oder eine Show öffentlich präsentieren 
aufführen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
auf
βασικό ρήμα
führen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
führe auf
γ΄ ενικό πρόσωπο
führt auf
ενεστώτα μετοχή
aufführend
απλός αόριστος
führte auf
παθητική μετοχή
aufgeführt
Παραδείγματα
Die Schüler führen ein Theaterstück auf. 

Οι μαθητές παρουσιάζουν ένα θεατρικό έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store