die arbeitserlaubnis
arbeitserlaubnis
aʁbaɪ̯tsʔɛɐ̯laʊ̯pnɪs
arbaitselawpnis

Ορισμός και σημασία του "arbeitserlaubnis"στα γερμανικά

Die Arbeitserlaubnis
01

άδεια εργασίας, άδεια εργασίας

Eine offizielle Genehmigung, die erlaubt, legal zu arbeiten 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Arbeitserlaubnisse
γενική πτώση
Arbeitserlaubnis
Παραδείγματα
Er wartet auf seine Arbeitserlaubnis. 

Περιμένει την άδεια εργασίας του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store