Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Arbeitsaufwand
[gender: masculine]
01
φορτίο εργασίας, προσπάθεια εργασίας
Die Menge an Zeit, Mühe oder Ressourcen, die für eine bestimmte Aufgabe oder ein Projekt benötigt wird
Παραδείγματα
Der Arbeitsaufwand lohnt sich am Ende.
Το φόρτο εργασίας αξίζει στο τέλος.


























