Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Arbeit
[gender: feminine]
01
δουλειά, εργασία
Tätigkeit, die man für Geld macht
Παραδείγματα
Ich suche eine neue Arbeit.
Ψάχνω για μια νέα δουλειά.
02
δουλειά, έργο
Das Ergebnis einer Tätigkeit oder Anstrengung
Παραδείγματα
Ich muss noch mehr Arbeit erledigen.
Πρέπει ακόμα να κάνω περισσότερη δουλειά.
03
εργασία, ασκηση
Aufgabe in der Schule oder Uni
Παραδείγματα
Der Lehrer hat eine neue Arbeit gegeben.
Ο δάσκαλος έδωσε μια νέα εργασία.


























