Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
applaudieren
01
χειροκροτώ, επιδοκιμάζω
Durch Klatschen mit den Händen Beifall zeigen oder Zustimmung ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
applaudiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
applaudiert
ενεστώτα μετοχή
applaudierend
απλός αόριστος
applaudierte
παθητική μετοχή
applaudiert
Παραδείγματα
Die Klasse applaudierte, als der Lehrer das Experiment gelang.
Η τάξη χειροκρότησε όταν ο δάσκαλος πέτυχε στο πείραμα.



























