Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
applaudieren
01
χειροκροτώ, επιδοκιμάζω
Durch Klatschen mit den Händen Beifall zeigen oder Zustimmung ausdrücken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
applaudiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
applaudiert
ενεστώτα μετοχή
applaudierend
απλός αόριστος
applaudierte
παθητική μετοχή
applaudiert
Παραδείγματα
Das Publikum applaudierte fünf Minuten lang nach der Aufführung.
Το κοινό χειροκρότησε για πέντε λεπτά μετά την παράσταση.



























