Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
arbeiten
01
δουλεύω, εργάζομαι
Eine Tätigkeit für Geld oder Ergebnisse ausführen
Παραδείγματα
Die Maschine arbeitet laut.
Η μηχανή δουλεύει δυνατά.
02
προχωρώ με δυσκολία, ανοίγω δρόμο με κόπο
Sich mühsam durch etwas hindurchbewegen
Παραδείγματα
Die Bergsteiger arbeiten sich den Hang hinauf.
Οι ορειβάτες δουλεύουν για να ανέβουν την πλαγιά.


























