Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
anvertrauen
01
εμπιστεύομαι, αναθέτω
Jemandem etwas Persönliches oder Wichtiges erzählen oder übergeben, weil man ihm vertraut
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
an
βασικό ρήμα
vertrauen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
anvertraue
γ΄ ενικό πρόσωπο
anvertraut
ενεστώτα μετοχή
anvertrauend
απλός αόριστος
vertraute an
παθητική μετοχή
anvertraut
Παραδείγματα
Die Mutter vertraute dem Lehrer ihr Kind an.
Η μητέρα ενέπιστευσε το παιδί της στον δάσκαλο.



























