Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Antike
[gender: feminine]
01
η Αρχαιότητα, η κλασική εποχή
Die Epoche der griechischen und römischen Hochkulturen
Παραδείγματα
Philosophie und Demokratie entstanden in der Antike.
Η φιλοσοφία και η δημοκρατία προέκυψαν στην αρχαιότητα.
02
αρχαίο αντικείμενο, αρχαιοκάπηλο
Ein konkretes erhaltenes Objekt aus der antiken Zeit
Παραδείγματα
Die Archäologin entdeckte eine seltene Antike.
Η αρχαιολόγος ανακάλυψε ένα σπάνιο αρχαίο αντικείμενο.


























