die antike
an
an
an
ti
ˈti:
ti
ke

Ορισμός και σημασία του "antike"στα γερμανικά

01

η Αρχαιότητα, η κλασική εποχή

Die Epoche der griechischen und römischen Hochkulturen 
die Antike definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Antiken
γενική πτώση
Antike
Παραδείγματα
Die Antike endete mit dem Untergang Roms. 

Η Αρχαιότητα τελείωσε με την πτώση της Ρώμης.

02

αρχαίο αντικείμενο, αρχαιοκάπηλο

Ein konkretes erhaltenes Objekt aus der antiken Zeit 
die Antike definition and meaning
Παραδείγματα
Dieses Museum zeigt Antiken aus Griechenland. 

Αυτό το μουσείο εκθέτει αρχαιότητες από την Ελλάδα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store