Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
addieren
01
προσθέτω
Zahlen zusammenzählen, um eine Summe zu erhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
addiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
addiert
ενεστώτα μετοχή
addierend
απλός αόριστος
addierte
παθητική μετοχή
addiert
Παραδείγματα
Kannst du diese Zahlen addieren?
Μπορείς να προσθέσεις αυτούς τους αριθμούς;
02
προσθέτω, προσθέτω
etwas zu etwas anderem dazutun oder hinzufügen
Παραδείγματα
Man kann Zucker zum Tee addieren.
Μπορείτε να προσθέσετε ζάχαρη στο τσάι.



























