Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
addieren
01
προσθέτω
Zahlen zusammenzählen, um eine Summe zu erhalten
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
addiere
γ΄ ενικό πρόσωπο
addiert
ενεστώτα μετοχή
addierend
απλός αόριστος
addierte
παθητική μετοχή
addiert
Παραδείγματα
Bitte addiere alle Beträge auf diesem Formular.
Παρακαλώ προσθέστε όλα τα ποσά σε αυτό το έντυπο.
02
προσθέτω, προσθέτω
etwas zu etwas anderem dazutun oder hinzufügen
Παραδείγματα
Zu den Kosten wurden Steuern addiert.
Οι φόροι προστέθηκαν στα κόστη.



























