der Acker
Pronunciation
/ˈakɐ/

Ορισμός και σημασία του "acker"στα γερμανικά

01

χωράφι, καλλιεργημένη γη

Ein Stück Land, das zum Anbau von Pflanzen genutzt wird
der Acker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ackers
πληθυντικός τύπος
Äcker
Παραδείγματα
Der Regen hat den Acker gut bewässert.
Η βροχή πότισε καλά το χωράφι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store