Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Ackerbau
01
καλλιέργεια αγρών, καλλιέργεια δημητριακών
Die Kultivierung von Pflanzen auf Feldern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ackerbau(e)s
Παραδείγματα
Der Ackerbau trägt zur Wirtschaft des Landes bei.
Η γεωργία συμβάλλει στην οικονομία της χώρας.



























