Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
achtgeben
01
προσέχω, είμαι προσεκτικός
Auf etwas oder jemanden aufmerksam und vorsichtig sein
Παραδείγματα
Die Mutter gibt gut auf ihr Kind acht.
Η μητέρα φροντίζει καλά το παιδί της.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προσέχω, είμαι προσεκτικός