achtgeben
Pronunciation
/ˈaχtˌɡeːbn̩/

Ορισμός και σημασία του "achtgeben"στα γερμανικά

achtgeben
01

προσέχω, είμαι προσεκτικός

Auf etwas oder jemanden aufmerksam und vorsichtig sein
achtgeben definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
acht
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe acht
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt acht
ενεστώτα μετοχή
achtgebend
απλός αόριστος
gab acht
παθητική μετοχή
achtgegeben
Παραδείγματα
Die Mutter gibt gut auf ihr Kind acht.
Η μητέρα φροντίζει καλά το παιδί της.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store