Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
achtgeben
01
προσέχω, είμαι προσεκτικός
Auf etwas oder jemanden aufmerksam und vorsichtig sein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
χωριστό
μόριο
acht
βασικό ρήμα
geben
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
gebe acht
γ΄ ενικό πρόσωπο
gibt acht
ενεστώτα μετοχή
achtgebend
απλός αόριστος
gab acht
παθητική μετοχή
achtgegeben
Παραδείγματα
Die Mutter gibt gut auf ihr Kind acht.
Η μητέρα φροντίζει καλά το παιδί της.



























