der acker
acker
akɐ
ak
anker

Ορισμός και σημασία του "acker"στα γερμανικά

01

χωράφι, καλλιεργημένη γη

Ein Stück Land, das zum Anbau von Pflanzen genutzt wird 
der Acker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Äcker
γενική πτώση
Ackers
Παραδείγματα
Der Bauer bestellt seinen Acker im Frühjahr. 

Ο αγρότης καλλιεργεί το χωράφι του την άνοιξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store