Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Acker
01
χωράφι, καλλιεργημένη γη
Ein Stück Land, das zum Anbau von Pflanzen genutzt wird
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Ackers
πληθυντικός τύπος
Äcker
Παραδείγματα
Der Regen hat den Acker gut bewässert.
Η βροχή πότισε καλά το χωράφι.



























