Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le parkour
01
παρκούρ, τέχνη της μετακίνησης
discipline consistant à se déplacer rapidement et efficacement dans un environnement urbain ou naturel en franchissant obstacles par des sauts, escalades et acrobaties
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Le parkour peut être dangereux sans entraînement.
Το parkour μπορεί να είναι επικίνδυνο χωρίς προπόνηση.



























