le bon mot
Pronunciation
/bˈɔ̃ mˈo/

Ορισμός και σημασία του "bon mot"στα γαλλικά

01

ευφυής παρατήρηση, λεπτή αστεία

phrase brève et intelligente qui fait sourire par sa finesse
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bons mots
Παραδείγματα
Son bon mot a circulé dans toute l' entreprise.
Το bon mot του διαδόθηκε σε όλη την εταιρεία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store