le bon mot
bon
bɔ̃
μπο
mot
mo
μο

Ορισμός και σημασία του "bon mot"στα γαλλικά

01

ευφυής παρατήρηση, λεπτή αστεία

phrase brève et intelligente qui fait sourire par sa finesse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bons mots
Παραδείγματα
Il a sorti un bon mot qui a détendu toute la salle. 

Έβγαλε ένα bon mot που χαλάρωσε όλη την αίθουσα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store