bondé
bondé
bɔ̃de
bawde
bandébonté

Ορισμός και σημασία του "bondé"στα γαλλικά

01

γέματος, στοιβαγμένος

rempli au maximum de personnes ou de choses, très plein 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bondé
συγκριτικός βαθμός
plus bondé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bondé
αρσενικό πληθυντικό
bondés
θηλυκό ενικό
bondée
θηλυκό πληθυντικό
bondées
θεματικό πεδίο
espace, transport, foule
Παραδείγματα
Le métro est toujours bondé aux heures de pointe. 

Το μετρό είναι πάντα γέματο στις ώρες αιχμής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store