Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bondé
01
γέματος, στοιβαγμένος
rempli au maximum de personnes ou de choses, très plein
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
le plus bondé
συγκριτικός βαθμός
plus bondé
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bondé
αρσενικό πληθυντικό
bondés
θηλυκό ενικό
bondée
θηλυκό πληθυντικό
bondées
Παραδείγματα
Le métro est toujours bondé aux heures de pointe.
Το μετρό είναι πάντα γέματο στις ώρες αιχμής.



























