le bonheur
Pronunciation
/bɔnœʀ/

Ορισμός και σημασία του "bonheur"στα γαλλικά

Le bonheur
[gender: masculine]
01

ευτυχία, χαρά

état de joie, de satisfaction et de bien-être dans la vie
le bonheur definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bonheurs
Παραδείγματα
Le bonheur est différent pour chacun.
Η ευτυχία είναι διαφορετική για τον καθένα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store