Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Le bonheur
[gender: masculine]
01
ευτυχία, χαρά
état de joie, de satisfaction et de bien-être dans la vie
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bonheurs
Παραδείγματα
Le bonheur est différent pour chacun.
Η ευτυχία είναι διαφορετική για τον καθένα.



























