Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mise au point
01
εστίαση, ρύθμιση εστίασης
action d'ajuster l'objectif pour que l'image soit nette et précise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La mise au point manuelle permet plus de précision sur les détails.
Η χειροκίνητη εστίαση επιτρέπει μεγαλύτερη ακρίβεια στις λεπτομέρειες.



























