Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La mise
[gender: feminine]
01
υλοποίηση, εφαρμογή
fait d'installer, d'appliquer ou de rendre opérationnel quelque chose
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La mise en service de la machine est prévue lundi.
Η θέση σε λειτουργία του μηχανήματος προγραμματίζεται για τη Δευτέρα.
02
στοίχημα, ποντάρισμα
somme d'argent qu'un joueur engage pour participer à un jeu ou à un pari
Παραδείγματα
Une forte mise peut rapporter gros, mais le risque est élevé.
Ένα υψηλό στοίχημα μπορεί να αποφέρει μεγάλα κέρδη, αλλά ο κίνδυνος είναι υψηλός.



























