l'additif alimentaire
a
a
α
ddi
di
ντι
tif
tif
τιφ
a
a
α
li
li
λι
men
mɑ̃
μα
taire
tɛʁ
τερ

Ορισμός και σημασία του "additif alimentaire"στα γαλλικά

L'additif alimentaire
01

πρόσθετο τροφίμων, πρόσθετο σε τρόφιμα

substance ajoutée aux aliments pour conserver, colorer ou améliorer le goût 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
additifs alimentaires
Παραδείγματα
Certains additifs alimentaires servent à prolonger la conservation. 

Πρόσθετο τροφίμων χρησιμεύει για την παράταση της διάρκειας ζωής.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store