Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dos nu
01
χωρίς πλάτη, με ανοιχτή πλάτη
qui laisse le dos entièrement ou largement découvert
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dos nu
αρσενικό πληθυντικό
dos nus
θηλυκό ενικό
dos nu
θηλυκό πληθυντικό
dos nus
Παραδείγματα
Elle préfère les maillots de bain dos nu.
Προτιμά τα μαγιό με ακάλυπτη πλάτη.



























