Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
perfuser
01
περφούζω, χορηγώ με έγχυση
administrer un liquide , un médicament ou une solution dans le corps d'un patient à l'aide d'une perfusion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perfuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
perfusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
perfuserai
παθητική μετοχή
perfusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
perfusions
Παραδείγματα
L'infirmière a perfusé le patient dès son arrivée.
Η νοσοκόμα πέρασε τον ασθενή μόλις έφτασε.



























