perfuser
per
pɛʁ
per
fu
fy
fy
ser
ze
ze
perforer

Ορισμός και σημασία του "perfuser"στα γαλλικά

perfuser
01

περφούζω, χορηγώ με έγχυση

administrer un liquide , un médicament ou une solution dans le corps d'un patient à l'aide d'une perfusion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
αχώριστο
βοηθητικό ρήμα
avoir
α΄ ενικό πρόσωπο
perfuse
α΄ πληθυντικό πρόσωπο
perfusons
α΄ πρόσωπο μέλλοντα
perfuserai
παθητική μετοχή
perfusé
α΄ πληθυντικό παρατατικού
perfusions
Παραδείγματα
L'infirmière a perfusé le patient dès son arrivée. 

Η νοσοκόμα πέρασε τον ασθενή μόλις έφτασε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store